Το πλοίο “Seaduction” άφηνε πίσω του την αμερικάνικη ήπειρο καθώς κατευθυνόταν δυτικά στο ειρηνικό ωκεανό. Το γέρικο σκαρί προσπαθούσε να προφτάσει τον ήλιο που έτοιμος να δύσει αλλά μάταια. Στην πλώρη, βρισκόταν ο Θωμάς ένας μυστήριος τύπος που προσπαθούσε να ανάψει το στριφτό του τσιγάρο που είχε μουσκέψει από την υγρασία.
Το πλοίο θα έκανε πολλές στάσεις, αλλά τον Θωμά τον ενδιέφερε τα “Islas Revillagigedo“. Τα μικρά αυτά νησιά του ειρηνικού έκρυβαν πολλά μυστικά στις ανεξερεύνητες σπηλιές τους. Ο Θωμάς ήταν ένας παγκοσμίου φήμης σπηλαιοδύτης, τον είχαν καλέσει να έρθει στα νησιά από την σπηλαιολογική ομάδα που είχε αναλάβει την εξερεύνηση γιατί τα σπήλαια που είχαν βρει πρόσφατα συνέχιζαν για πολλά ακόμη χιλιόμετρα υποβρυχίως. Σε παρόμοιες περιπτώσεις θα βρισκόταν στην καμπίνα του και θα μελετούσε το πλάνο κατάδυσης ή την υπάρχουσα χαρτογράφηση των σπηλαίων. Όμως τώρα ήταν απασχολημένος και πολύ σκεφτικός στο κατάστρωμα. Μάλιστα δεν είχε κανένα κέφι να πει ούτε μια κουβέντα στην κοπέλα στο κατάστρωμα με τα καστανά μαλλιά και το σπινθηροβόλο βλέμμα που τον κάρφωνε τόση ώρα.
Λίγο πριν ξεκινήσει το πολύωρο ταξίδι του από την άλλη άκρη του κόσμου, είχε μαλώσει με την γυναίκα του. Προσπαθούσε να βρει το λόγο, αλλά μέχρι στιγμής είχε οικτρή αποτυχία. Η αγαπημένη του γυναίκα, φαινόταν απόμακρη λίγες εβδομάδες πριν την αναχώρηση του. Αναρωτήθηκε αν ήταν από το άγχος της για τους πιθανούς κινδύνους του εγχειρήματος ή αν υπήρχε κάτι άλλο βαθύτερο. Είχαν συζητήσει τόσες φορές για το εγχείρημα αυτό και αρχικά φαινόταν να μην είχε κανένα πρόβλημα, αλλά μήπως άρχισε η γλυκιά του να κάνει δεύτερες σκέψεις; Οι σκέψεις του γυρνούσαν συνεχώς και έκαναν έναν φαύλο κύκλο. Μελετούσε ξανά και ξανά τις τελευταίες συζητήσεις που είχαν και τον ψυχρό χαιρετισμό πριν από το ταξίδι ψάχνοντας να βρει κάτι. Τζίφος…
Ήξερε πως αυτό που έκανε τώρα ήταν ότι χειρότερο για τον εαυτό του. Έπρεπε να χαλαρώσει και να αδειάσει το μυαλό του για τις δύσκολες καταδύσεις που είχε μπροστά του. Ως υπεύθυνος της καταδυτικής ομάδας έπρεπε να μπορεί να μείνει συνέχεια συγκεντρωμένος στον σκοπό του και στην ασφάλεια γιατί πολλές ζωές βασιζόντουσαν σε αυτόν. Ο καιρός έδειχνε να χαλάει, βαριά πυκνά μαύρα σύννεφα υπήρχαν μπροστά τους και ο άνεμος δυνάμωνε συνεχώς. “Θα κουνηθούμε το βράδυ” σκέφτηκε και πήγε στην καμπίνα του και προσπάθησε να ξαναδιαβάσει τους χάρτες, το πλάνο κατάδυσης, το ιστορικό επισκευών του εξοπλισμού που θα είχε μαζί του, τα αέρια που θα του έφεραν, αλλά το μυαλό του συνέχιζε να γυρνάει γύρω από τα προβλήματα με την καλή του. Αποφάσισε να ξαπλώσει και να κοιμηθεί μήπως και αύριο θα τον είχαν αφήσει οι σκέψεις του και θα μπορούσε να συγκεντρωθεί καλύτερα. Άνοιξε το ραδιόφωνο που έτυχε να παίζει το “Kingston Town” και κατάφερε να κοιμηθεί.
Δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τον ύπνο του, όταν τον ξύπνησαν οι σειρήνες του πλοίου. Άνοιξε την πόρτα της καμπίνας του και άκουσε τον λοστρόμο να φωνάζει: “Όλοι στις σωστικές λέμβους, εγκαταλείψετε το πλοίο!”. Γυρνάει στην καμπίνα του, σταματάει για να πάρεις μερικές βαθιές διαφραγματικές αναπνοές για να χαλαρώσει και να μπορέσει να σκεφτεί σωστά. Κοιτάζει από το φινιστρίνι και βλέπει πως το πλοίο βυθίζεται με πολύ αργούς ρυθμούς και έχει πολύ κακό καιρό έξω με πολύ μεγάλα κύματα. Σκέφτηκε πως είχε χρόνο για να πάρει τα απαραίτητα πράγματα μαζί του και να αυξήσει τις πιθανότητες επιβίωσης. Τρέχει στην αποθήκη, παίρνει τα σπηλαιολογικά σχοινιά του, την βαλίτσα πρώτων βοηθειών, τα εργαλεία ψαρέματος, γέμισε μερικά μπουκάλια πόσιμο νερό, τον αγαπημένο του ναυτικό σουγιά και ότι άλλο θεώρησε ότι θα βοηθήσει την κατάσταση. Φορτώθηκε όλα τα πράγματα και άρχισε να ανεβαίνει προς το κατάστρωμα. Στο δρόμο του ότι έβρισκε χρήσιμο το μάζευε, ξηρά τροφή από το εγκαταλελειμμένο κυλικείο, αναπτήρες (πάντα χρήσιμοι), μερικές εφημερίδες (βοηθάνε πολύ στο κρύο), προφυλακτικά (για μεταφορά νερού στην περίπτωση που βρουν φρέσκο νερό) και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Όταν ανέβηκε στο κατάστρωμα είδε πως όλοι είχαν επιβιβαστεί και βρισκόντουσαν ήδη στην θάλασσα. Ευτυχώς το πλοίο είχε λίγους επιβάτες και βρήκε μια άδεια σωστική λέμβο όπου έβαλε όλα αυτά που κουβαλούσε μέσα, μπήκε και την απελευθέρωσε.
Μέσα στην θάλασσα παρατήρησε ότι υπήρχαν πολλές αναποδογυρισμένες βάρκες από τα κύματα και αρκετοί ναυαγοί να παλεύουν με τα κύματα. Ανέβασε όσους μπόρεσε να πλησιάσει και δεν ήταν ήδη νεκροί. Ανάμεσα σε αυτούς και η κοπέλα με το εντυπωσιακό βλέμμα. Κατάφερε να πείσει μερικούς ανθρώπους από τις άλλες λέμβους να δέσουν τις λέμβους τους στην δικιά του (κουβαλούσε άλλωστε τόσα σχοινιά) για να μην διασπαστούν και να είναι πιο εύκολα για τον εντοπισμό από την εναέρια διάσωση. Η νύχτα ήταν πολύ δύσκολη και μετά από λίγο όλοι εξουθενώθηκαν και έπεσαν για ύπνο. Το πρωί, ο καιρός είχε ηρεμήσει και οι σωστικές λέμβοι είχαν κολλήσει στους διάφορους υφάλους ενός νησιού. Ο Θωμάς έτρεξε και έβγαλε προσεχτικά όλους στην ακτή, πρόσφερε βοήθεια σε αυτούς που την χρειαζόταν, οι περισσότεροι είχαν πάθει ηλίαση και αφυδάτωση, τίποτα σημαντικό για την δοκιμασία που πέρασαν.
Έψαξε να βρει αν υπάρχει κάποιο κινητό ή άλλος τρόπος επικοινωνίας ώστε να ενημερώσουν για την θέση τους της διασωστικές αρχές αλλά τίποτα. Έφτιαξε τα κατάλληλα σύμβολα που να φαίνονται από τα αεροπλάνα ώστε να τους βρούνε, και άρχισε να ασχολείται με τα υπόλοιπα θέματα. Φτιάξανε προσωρινά καταλύματα για το βράδυ, βρήκαν ξύλα για την φωτιά που θα χρειαζόταν, βρήκαν φρέσκο νερό και η αλιεία δεν ήταν καθόλου άσχημη. Για πρώτη φορά ο Θωμάς χαιρόταν που τελικά στην ανάγκη το μυαλό του δούλεψε σωστά και έδρασε όπως νόμιζε καλύτερα. Παράξενο αλλά όλο αυτό το τραγικό συμβάν του είχε δώσει ένα πολύ όμορφο διάλειμμα από τις σκέψεις που τον απασχολούσαν πριν.
Πέρασαν κάποιες μέρες, ώστε να καταφέρει να κάνει όλα αυτά που θα βοηθούσαν την διάσωση τους και να κάνει την επιβίωση τους αρκετά πιο εύκολη. Οπότε μετά από τόσες μέρες σκληρής εργασίας, έκατσε να χαλαρώσει και να απολαύσει το τοπίο. Άλλωστε είχε κερδίσει και λίγη ξεκούραση. Τώρα μπορούσε να σκεφτεί και κάτι διαφορετικό από τα αναγκαία που πρέπει να γίνουν, και άρχισε να παρατηρεί το περιβάλλον γύρο του. Είδε ότι όλοι είχαν πολύ μεγάλη εκτίμηση στο πρόσωπο του, η γνωστή κοπέλα έδειχνε να λιώνει γι’ αυτόν. Όλοι όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν ζούσαν πολύ πιο χαρούμενα και ευτυχισμένα περιμένοντας την διάσωση. Δεν είχε ξαναδεί μια τόσο εύκολη εκδήλωση συναισθημάτων από τόσους πολλούς στο παρελθόν. Όλοι μαζί ονόμασαν τον νησάκι “Passion Island” για την αλλαγή που τους είχε κάνει. Από το μυαλό του για πρώτη φορά πέρασε η ιδέα ότι δεν θα τον πείραζε καθόλου αν δεν ερχόταν ποτέ η διάσωση και έμενε για πάντα στο νησί αυτό.
(Εδώ, τελειώνω εγώ την περιγραφή της ιστορίας μου. Σας προσκαλώ να την συνεχίσετε και να γράψετε το τέλος της όπως ακριβώς εσείς θέλετε στα σχόλια. Στην πραγματικότητα δεν σας προσκαλώ μόνο, σας παρακαλώ να το κάνετε. Σας έχω αφήσει στο δίλημμα να επιλέξετε την συνέχεια που σας αρέσει ή μπορείτε να το αγνοήσετε. Η ιστορία σας μπορεί να είναι μια γραμμή ή πάρα πολλές, μπορεί να είναι ευχάριστη ή καταθλιπτική, kinky, απαγορευμένη ή ότι φανταστείτε. Σας ευχαριστώ πολύ! Χάρης)







![Desire.. [Explored] 22.2.12 Desire.. [Explored] 22.2.12](http://static.flickr.com/7194/6921502699_4cb090c84f_t.jpg)

Είχε χαλαρώσει απίστευτα, ξάπλωσε στην άμμο κ έκλεισε τα μάτια.Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό ένιωθε γαλήνεια….Το αεράκι του χάιδευε τα μαλλία, ο ήλιος του ζέσταινε το πρόσωπο κ μια απαλή μελωδεία ηχούσε στα αυτιά του. Ένιωθε σα να ήταν στον παράδεισο και μια φωνή τον καλούσε…”Θωμά….Θωμά…” Μια φωνή τόσο αγγελική, κ τοσο αισθησιακή ταυτόχρονα….Αυτή η αίσθηση του άρεσε τόσο που δεν ήθελε να ανοίξει τα μάτια του, ήθελε να κάτσει έτσι και να την ακούει να τον φωνάζει….Η φωνή όμως δε σταμάτησε….γινόταν όλο κ πιο αισθησιακή κ πιο κοντά στο αυτί του…..Μια αγγελική φωνή, του ψυθίριζε να ανοίξει τα μάτια του κ να την ακολουθήσει.Το άγγιγμα της στο στήθος του τον ξεσήκωσε τόσο που η επιθυμιά του να πάρει στην αγγαλιά του αυτόν τον άγγελο τον έκανε να ανοίξει τα μάτια του.Μπροστα του αντίκρυσε την κοπέλα με τα καστανά μαλλιά και το σπινθηροβόλο βλέμμα.΄Ηταν τόσο όμορφη που χωρίς δεύτερη σκέψη την αρπάζει στην αγγαλιά του και βυθίζονται σε ένα αιώνιο φιλί…Όταν βγαίνουν στην επιφάνεια ακούει την κοπέλα να του λέει “Όσο και αν θα ήθελα να συνεχίσουμε αυτό το υπέροχο φιλί, ήρθα για να σου πω οτι φτάσαμε. Πρέπει να ετοιμαστείς για την κατάδυση!!!”
Ο Θωμάς πετάγεται από το κρεβάτι της καμπίνας του βγαίνει στο κατάστρωμα κ ο ήλιος που τον χτυπάει τον κάνει να συνέλθει απότομα και να συνειδητοποιήσει οτί το πλοίο είναι μια χαρά, οι συνταξιδιώτες του είναι όλοι σώοι και όλοι έτοιμοι για την κατάδυση. Ο Θωμάς φαίνεται σα χαμένος, σαν κάποιος να τον πήγε από τον παράδεισο στην κόλαση. Κανονικά θα έπρεπε να χαίρεται που δεν έχει συμβεί τίποτα στο σκάφος και όλα ήταν ένα όνειρο….αλλά κατα βάθος λυπάται γιατί αυτό το όνειρο ήταν ο δικός του παράδεισος κ εκείνο το νησί η λύτρωσή του. Καθώς βάζει τη στολή του πολλά πράγματα περνάνε απο το μυαλό του, η γυναίκα του, η τυπική της συμπεριφορά λίγο πριν φύγει, το ναυάγιο που ονειρεύτηκε, το παραδεισένιο νησί και σε όλα αυτά έρχεται να προστεθέι και κάτι ακόμα. Το Φιλί!!!Αυτό το φιλί του ξύπνησε κάτι…Τον έβγαλε απο ένα λύθαργο κ τον έκανε να συνειδητοποιήσει οτι κάτι έχει σπάσει ανάμεσα σε κείνον και τη γυνάικα του. Οτι υπάρχουν συναίσθηματα μέσα του ακόμα ανεξερεύνητα…πάθοι και πόθοι που ποτέ δεν έζησε και ποτέ δεν κυνήγησε…Βάζει την μπουκάλα στην πλάτη, την μάσκα στα μάτια, ρίχνει μια τελευταία ματιά στην κοπέλα με το αγγελικό φιλί και βουτάει στη θάλασσα. Για πρώτη φορά νιώθει ελεύθερος…Αυτός και η θάλασσα!!!!!Αυτός και ο εαυτός του!!!!
Κι έτσι πέρασαν 20 ημέρες.
Και τότε ξύπνησε. Ήταν ένα ξύπνημα δυνατό, από αυτά που σου κόβουν την ανάσα για λίγα δευτερόλεπτα. Από το μυαλό του πέρασε η μακάβρια σκέψη “ξύπνησα μόνο για να ζήσω το θάνατό μου”. Ύστερα από λίγο, όμως, κατάφερε να πάρει μια μικρή ανάσα, κι ύστερα μια βαθύτερη. Απλώς ένα άσχημο ξύπνημα.
“Περίεργο όνειρο” σκέφτηκε. Προσπάθησε να βρει το ηλεκτρικό ξυπνητήρι μέσα στο στο σκοτάδι, να δει τι ώρα είναι. Πάντα είχε το ηλεκτρικό ξυπνητήρι από την πλευρά που κοιμόνταν η γυναίκα του, κι έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος δεν έβλεπε τους κόκκινους ψηφιακούς αριθμούς του. Άπλωσε το αριστερό του χέρι προσεκτικά για να μην την ξυπνήσει και έπιασε κάτι περίεργο. Άμμος. Άμμος!
Του πήρε μόλις λίγα λεπτά να συνειδητοποιήσει ότι το νησί, το ναυάγειο, η διάσωση, όλα αυτά δεν ήταν όνειρο… Ίσως να έμοιαζαν σαν όνειρο, αλλά ήταν η αλήθεια, εκεί και τώρα. Έγειρε τα μάτια του. Φεγγάρι δεν υπήρχε, αλλά ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια, που αχνοφώτιζαν κάπως την απέραντη θάλασσα γύρω γύρω. Ο κόσμος έμοιαζε άπειρος, άγριος, όμορφος και αφιλόξενος.
Ο Θωμάς για πρώτη φορά ένιωσε πανικό. Τι έκανε εκεί σε αυτό το νησί; Σε ποιον μπορούσε να βασιστεί; Δεν υπήρχε κανένας, εκτός από τον εαυτό του, κι αυτό αποδείχθηκε τις προηγούμενες ημέρες. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι το πιο πιθανό είναι ότι θα είχαν ήδη πεθάνει, αν δεν ήταν αυτός. Το μόνο που έκαναν ήταν να τον αναγκάζουν να δουλεύει πιο σκληρά, για να τους θρέψει. Πως θα αντιδρούσαν σε μια νέα δυσκολία; Μήπως τον έπαιρναν στο λαιμό τους;
Σύντομα κατάλαβε ότι ο πανικός του είναι παράλογος. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι… Τύχη μέσα στην ατυχία του ναυαγείου… Μία κοινότητα στη μέση του Ωκεανού. Αυτό είναι καλό πράγμα. Δεν είναι απλώς καλό, είναι υπέροχο. Κι εκείνο το κορίτσι, τι όμορφη που είναι… Αν τα σωστικά αργήσουν αρκετά να έρθουν, θα μπορούσε να… Δεν έπρεπε να τα σκέφτεται.
Ο Θωμάς είναι πειθαρχημένος άνθρωπος. Μπορεί να ήταν λίγο απόμακρος με τη γυναίκα του τελευταία, αλλά δεν πρόκειται να κάνει οτιδήποτε που θα πρόδιδε την εμπιστοσύνη της. Δεν θα το επέτρεπε στον εαυτό του, ακόμα κι αν το ήθελε. Θα έκανε τα πάντα για να…
Σηκώθηκε. Τέντωσε τα χέρια του προς τον ουρανό. Προσεκτικά για να μην πατήσει κάποιον ή κάτι που δεν θα έπρεπε, προχώρησε προς το βουητό των κυμάτων που έσκαγαν στην ακτή. Προχώρησε στη σκληρή άμμο, μέχρι να τη νιώσει να νοτίζει κάτω από το πέλμα του. Τελικά, ένιωσε σταγόνες κύματος να πιτσιλίζουν το πρόωπο. Σταμάτησε. Πήρε μια βαθιά ανάσα.
Από τη μια πλευρά ποθούσε αυτό το κορίτσι, που δεν ήθελε να ξέρει το όνομά της, αλλά θα την ονόμαζε Εύα. Αυτός ο τόπος έμοιαζε ο παράδεισος, και Αδάμ δεν υπήρχε. Αυτός ήταν ο Θωμάς, ο οποίος έχει τη φήμη άπιστου, στη χριστιανική παράδοση. Όχι, όμως, κι αυτός ο Θωμάς. Ναι, τη σκέψη την έκανε, αλλά από τη σκέψη μέχρι την πράξη δεν θα προχωρούσε ποτέ. θα έμενε πιστός στη γυναίκα του, διότι έτσι θα έμενε πιστός στον εαυτό του!
Δεν ήταν εύκολο. Είχαν περάσει 20 ημέρες και ήξερε καλά ότι δεν ήταν εύκολο. Η Εύα ήταν μία διαρκής πρόκληση για τη σάρκα. Οι άλλοι διασωθέντες δεν την πλησίασαν, γιατί ήταν προφανές πως την πρόοριζαν γι αυτόν, τον αρχηγό! Κι ο αρχηγός δεν μπορούσε να αντισταθεί άλλο.
Ήξερε που θα την βρει. Περπάτησε αργά, αθόρυβα, αλλά αποφασιστικά. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα, τα ρουθούνια του οσφραίνονταν τον αέρα γύρω του, αλμυρό, ελεύθερο, μέχρι να εντοπίσουν τη μυρωδιά της. Την πλησίασε, έφτασε από πάνω της, όρθιος. Κοίταξε γύρω του. Το πρώτο φως είχε χρωματήσει τον ορίζοντα με ένα αδιανόητα όμορφο χρώμα. Γύρισε και την κοίταξε. Το αριστερό της πόδι, γυμνό, λυγισμένο μέχρι το γλουτό. Τα μαλιά της απεριποίητα, ήταν στολισμένα με μικρά κοχύλια. Τα μάτια της κλειστά, γαλήνια. Τώρα ήταν η ώρα.
Ή θα έμενε πιστός ή όχι. Το βλέμα του ήταν σταθερό. Είχε αποφασίσει. Γονάτισε από πάνω της. Πλησίασε τα χέρια του στον όμο της, μετά στο λαιμό. Άρχισε να πιέζει. Πιο δυνατά!
…αν έμενε για πάντα στο νησί αυτό, θα μπορούσε να αποφύγει τα προσωπικά του προβλήματα, τις οποιεσδήποτε πίκρες και παρεξηγήσεις, το οποιοδήποτε παρελθόν. σε αντίθεση με την προήγουμενη προσωπική του ζωή, στο νησί ένιωθε να είναι μια καθολική αυθεντία. όλοι φαίνοταν να τον σέβονται. όλοι να τον εκτιμούνε. ένιωθε αναγνωρισμένος και δικαιωμένος. σε αντίθεση με την προσωπική του ζωή, στο νησί – όπως και στη δουλειά του – κανείς δεν τον προκαλούσε ή αμφισβητούσε. ένιωθε ότι δε χρωστούσε σε κανέναν τίποτα και ότι είχε κάνει μια νέα αρχή στη ζωή του. μια αρχή που τόσο ποθούσε, χωρίς καν να το έχει συνειδητοποιήσει. και οι μέρες περνούσαν…
ένα σούρουπο, ο θωμάς έκανε μια βολτίτσα ανάμεσα στη συστάδα με τα φοινικόδεντρα, κατευθυνόμενος προς τον παλιό, ερειπωμένο φάρο. προχωρούσε αφηρημένος, καθώς οι σκέψεις του ήταν στραμμένες στην κοπέλα. την έλεγαν δανάη και με κάθε μέρα που περνούσε, το σπινθηροβόλο βλέμμα της του φαινόταν να του λέει όλο και περισσότερα… ένιωθε σαν να την ήξερε, σαν να την είχε ξαναδεί και εκλάμβανε αυτό το συναίσθημα ως ένδειξη πόθου και έρωτα. ήξερε ότι κι εκείνη τον γυρόφερνε. σε κάθε ελεύθερη ώρα της, τον παρατηρούσε, και ακόμη και όταν ήταν απασχολημένη με τις καθημερινές της δουλειές, πολλές ήταν οι στιγμές όπου εκείνος, ασυναίσθητα, ανασήκωνε το κεφάλι ξαφνικά και συναντούσε μια κλεφτή ματιά της. ήταν νεαρούλα και πολύ ελκυστική. το καλλίγραμμο σώμα της την είχε κατατάξει ανάμεσα στις πιό περιζήτητες στο νησί και το σπιρτόζο πνεύμα που συνόδευε το ξύπνιο βλέμμα της, της είχε εξασφαλίσει εκτός από πολλούς θαυμαστές, εξίσου πολλούς φίλους.
ο θωμάς περιεργάστηκε με το νού του τους σφιχτούς και στρογγυλούς γλουτούς της κοπέλας καθώς ένιωθε το στομάχι του να σφίγγεται και το κορμί του να ξεθαρρεύει. ταυτόχρονα όμως, ένιωσε και μπερδεμένος, αφού για άλλη μια φορά προσπάθησε να αναλύσει τη συμπεριφορά της απέναντί του: ήταν περίεργη και κοινωνική, προσπαθούσε να βρίσκεται όσο συχνότερα γινόταν δίπλα του και ρωτούσε για εκείνον ό,τι μπορούσε να ρωτήσει. αντιθέτως, η ίδια ήταν μυστηριώδης και ελάχιστες προσωπικές πληροφορίες είχαν ξεφύγει από τα χείλη της. αποζητούσε απροκάλυπτα τη συντροφιά του, του έδειχνε φανερά ότι τον θαύμαζε, κρεμόταν από τα χείλη του και τον κοίταζε στα μάτια, αλλά… έμοιαζε να είχε θέσει ανάμεσά τους έναν φραγμό, τον οποίο ο θωμάς δεν κατάφερνε να ξεπεράσει. και πάνω σε αυτή τη σκέψη, για πρώτη φορά μετά από πολλές μέρες, ο θωμάς θυμήθηκε φευγαλέα τη γυναίκα του.
η σκέψη δεν κράτησε για πολύ, καθώς τα μάτια του έπεσαν πάνω σε ένα λακκουβάκι με κρυστάλλινο νερό – πρέπει να ήταν βροχόνερο. οι τελευταίες αχτίδες της μέρας καθρεφτίζονταν στην επιφάνειά του χρυσαφίζοντάς την και ο θωμάς δεν μπορούσε παρά να ποθεί να πλησιάσει για να γευτεί το διαυγές υγρό. καθώς όμως έσκυβε πάνω από τη λακκούβα και ετοιμαζόταν να βυθίσει μέσα της το χέρι του, αντιλήφθηκε κάτι: μια γουλιά θα ήταν σίγουρος τρόπος δηλητηρίασης, μιας και κάτω από την… παραδεισένια επιφάνεια, κείτονταν το νεκρό κορμάκι ενός δύστυχου ζώου σε αποσύνθεση. ξαφνιασμένος με την απρόσμενη ανακάλυψη, ο θωμάς έβγαλε μια κραυγή και τινάχτηκε προς τα πίσω.
εκείνη τη στιγμή, με την καρδιά του ακόμη να χτυπά ξέφρενα, τους άκουσε. φωνές και ταραχή αντηχούσαν από την μεριά του καταυλισμού τους. ανθρώπινα βήματα ακούγονταν μέσα στο δάσος. κάποιοι σύντροφοί του σύντομα τον έφτασαν. το βλέμμα τους σκληρό. ήθελαν να πάει αμέσως προς τον καταυλισμό. είχε βρεθεί, χτυπημένη και βιασμένη, μέσα στην ερημιά, η σαββίνα, μια νεαρή, περήφανη κοπέλα…
τις επόμενες μέρες, ο παράδεισος του θωμά μετατράπηκε σε κόλαση: η κοπέλα είχε βιαστεί από άγνωστο που της είχε επιτεθεί από πίσω, κουκουλώνοντας το πρόσωπό της. ο θωμάς έλειπε στην καθιερωμένη του βόλτα προς τον παλιό φάρο ακριβώς το ίδιο χρονικό διάστημα με το βιασμό… κανείς δεν είχε αποδείξεις, πολλοί όμως τον υποπτεύθηκαν. η μαρτυρία της δανάης, που όπως πολλές άλλες φορές, έτσι και εκείνο το απόγευμα τον είχε ακολουθήσει κρυφά από απόσταση, δεν έπιασε τόπο, καθώς όλοι ήξεραν πόσο αφωσιωμένη του ήτανε. κάποιοι από τους νεαρότερους και μερικοί από τους μεγαλύτερους άντρες, άδραξαν την ευκαιρία για να αμφισβητήσουν, με τις πράξεις και τη στάση τους, την αυτονόητη και αυθόρμητα επιβεβλημένη αρχηγία του θωμά. το… “χαρέμι” που είχε δημιουργηθεί γύρω του, διαλύθηκε. οι αποφάσεις και προτάσεις του ξαφνικά συναντούσαν δυσπιστία, κρίνονταν, και μάλιστα αυστηρά. και πάνω στην ατυχία του αυτή, μια παράξενη επιδημία χτύπησε την μικρή τους κοινότητα και ο θωμάς ήταν αναγκασμένος να δεί τους πιό αδύναμους να πεθαίνουν, χωρίς να μπορέσει να κάνει τίποτα…
ο θωμάς έπρεπε να μαζέψει όλες τις τελευταίες του δυνάμεις για να μην καταρρεύσει όταν η δανάη προσβλήθηκε από την ίδια ασθένεια και πέρασε μέρες που τους έκαναν να αμφιβάλλουν για το αν θα επιζούσε. ο θωμάς ήταν συνεχώς στο πλευρό της. είχε αρχίσει να θεωρεί ότι εκείνη ήταν η σανίδα σωτηρίας του και ένιωθε απελπισία στη σκέψη ότι θα την έχανε. ξεχασμένες ήταν οι παλιές του αγάπες, η ώριμη γυναίκα του… ο θωμάς ποθούσε να επιβιώσει η δανάη, η δανάη που τόσο τον υποστήριζε και θαύμαζε, η δανάη που ένιωθε πως την ήξερε, η δανάη που ποτέ τίποτα δε ζητούσε, η δανάη η τόσο νεαρή και μικρότερή του, που, αντίθετα με τις προηγούμενες, αντίθετα με τη γυναίκα του, θα του έδινε την πολυπόθητη νιότη όταν επιτέλους θα του έδινε το κορμί της…
η δανάη ξύπνησε μέσα στη νύχτα, μέσα στην αγκαλιά του. η πανσέληνος φώτιζε το ήδη χλωμό της πρόσωπο. είχε γλυτώσει. “θωμά!”, ψυθίρισε, “δεν θα το άντεχα, αν πέθαινα τώρα που επιτέλους σε βρήκα, που επιτέλους σε γνώρισα…”. ένας κουρασμένος θωμάς χαμογέλασε ανακουφισμένος. της χάιδεψε το πρόσωπο και έσκυψε να την αγκαλιάσει. εκείνη του παραδώθηκε, χάθηκε μέσα στα μπράτσα του και έσφιγγε τα χεράκια της γύρω από το στιβαρό λαιμό του. ο θωμάς την κοίταξε και της χάιδεψε την πλάτη. τα χέρια του έψαξαν το γλουτό της και τα χείλη του, σπασμωδικά, ενώθηκαν με τα δικά της.
“μα τί κάνεις;!” η δανάη τινάχτηκε στριγγλίζοντας, τον χτύπησε και απομακρύνθηκε φωνάζωντας υστερικά: “πώς μπόρεσες; πώς μπόρεσες;” ο θωμάς, κατακεραυνομένος, κρατούσε το πονεμένο του μάγουλο. δεν καταλάβαινε τίποτα. “πώς μπόρεσες;”, μουρμούριζε τώρα η δανάη, κλαίγοντας. “τί συνέβη;”, της ψέλλισε. η δανάη ανασήκωσε απότομα το κεφάλι και τον κάρφωσε με ένα σπινθηροβόλο βλέμμα γεμάτο αηδία. “θυμάσαι την αντριάνα;”, ρώτησε γοργά. ο θωμάς ένιωσε το σώμα του να αδειάζει… η δανάη συνέχισε, μέσα από αναφηλιτά: “την αντριάνα, μία από τις πολλές γυναίκες που γνώρισες. μία στην οποία υποσχέθηκες γή και ουρανό. μία με την οποία απλά απάτησες για δύο χρόνια τη γυναίκα σου και μετά την παράτησες… χα! και να φανταστείς ότι σχεδόν ένιωθα τύψεις όταν πριν το ταξίδι παρουσιάστηκα στο σπίτι σου και συστήθηκα στη γυναίκα σου…! δεν μπορούσα τότε ακόμη να δεχτώ ότι τελικά είσαι τέτοιο κάθαρμα! παλιάνθρωπε!”. το σώμα της δανάης τώρα τρανταζόταν από το κλάμα. “θωμά! είσαι ο πατέρας μου!”
“δανάη! θωμά!”, ακούστηκε κάπου πίσω τους. ένας σύντροφος πλησίαζε, λαχανιασμένος. “σωθήκαμε! μαζέψτε τα και ελάτε στην παραλία γρήγορα! φεύγουμε, κατέφτασαν διασωστικά!”
Έκλεισε τα μάτια και για πρώτη φορά μετά από πολλές μέρες σκέφτηκε. Μέσα σε λίγες μέρες τα σηματικά είχαν γίνει ασήμαντα.
Αναπόλησε για λίγο το παρελθόν, την έφερε στο μυαλό του… Φοβήθηκε μήπως είχε ξεχάσει την εικόνα της. Την θυμόταν ακόμα! Όμορφη, χαμογελαστή… Λυπήθηκε. Δε θα ήθελε να είναι αυτό το τέλος. Το δικό τους τέλος δεν αξίζει να είναι ένας ψυχρός χαιρετισμός πριν από το ταξίδι. Μια θερμή αγκαλιά;
Οι φωνές τριγύρω τον επανέφεραν στην πραγματικότητα. Πώς στο καλό βρέθηκαν εδώ; Στο παρελθόν, είχε επανειλημένως σκεφτεί πως ίσως χρειαστεί να αντιμετωπίσει τους κινδύνους των σπηλαίων. Μα ναυαγός; Αυτό δεν το είχε ποτέ φανταστεί!
Μα αλήθεια ένιωθε τυχερός. Είχε το χρόνο να μαζέψει χρήσιμα από το καράβι πράγματα. Υπήρχαν σωστικές λέμβοι. Τα κύματα δεν τους πτόησαν. Δε χάθηκαν για μέρες στον ωκεανό. Το νησί υπήρξε φιλικό. Οι υπόλοιποι υπήρξαν χαμογελαστοί. Άρχισε να απορεί… Δεν είναι αυτό το συνηθισμένο σενάριο!
Θέλει κάτι να του πει η μοίρα; Μα δεν πίστευε στην μοίρα!
Μήπως είναι όνειρο; Μα τότε γιατί δεν ξυπνάει;
Κοίταξε πέρα μακριά. Ήρεμη η θάλασσα. Λαμπερός ο ήλιος. Πλοίο στα ανοιχτά.
Πλοίο στα ανοιχτά; Πετάχτηκε επάνω και άρχισε να κουνάει τα χέρια του με μανία. Φώναζε δυνατά!
….
Τους φόρτωσαν όλους στο πλοίο, τους έδωσαν ρούχα, νερό και τρόφιμα. Το βυθισμένο τους πλοίο είχε δώσει το στίγμα του πριν να χαθεί. Και το στίγμα ήταν κάπου εκεί κοντά στο νησί…
….
Την πήρε τηλέφωνο. Του είπε πως χάρηκε που είναι καλά, του είπε πως χάρηκε που ακούει τη φωνή του, του είπε πως είναι ερωτευμένη με άλλον. Αυτό ήταν το δικό τους τέλος.
Κεφάλαιο 1 – The Curse of Passion Island
Μια εβδομάδα μετά η ξηρά τροφή είχε τελειώσει και οι ναυαγοί προσπαθούσαν να βρουν κάποιου είδους βρώσιμων καρπών στο νησί. Ο Θωμάς πήρε τα εργαλεία ψαρέματος που είχε προλάβει να μαζέψει από το πλοίο και ανέβηκε σε ένα βράχο της παραλίας. Όντας επιδέξιος ψαράς κατάφερε να βγάλει το πρώτο του ψάρι σε λιγότερο από μία ώρα. Κρατώντας το τρόπαιο του κατευθύνθηκε προς τους υπόλοιπους. Το βλέμμα του συνάντησε την κοπέλα με τα καστανά μαλλιά και το σπινθηροβόλο βλέμμα. “Πω, πω τι μεγάλο ψάρι…” ψέλλισε η κοπέλα. Ο Θωμάς ατάραχος της έδωσε το ψάρι και τον ναυτικό του σουγιά και την διέταξε να το ξελεπιάσει. Παίρνοντας μάτι τα καπούλια της νέας πρόσεξε την τριχοφυΐα που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στα πόδια και στο πάνω χείλος της, ένα ρίγος διέτρεξε την σπονδυλική του στήλη. Ένα αρχέγονο αίσθημα πλημμύρισε την σκέψη του. Αισθάνθηκε πως ο ρόλος του ήταν πλέον ξεκάθαρος σε αυτό το νησί. Ήταν ο αρχηγός της αγέλης, το αρσενικό άλφα. Φώναξε στους υπόλοιπους επιζήσαντες: “Το φαΐ είναι λίγο και είμαστε πολλοί, οι άντρες θα πρέπει να βρουν να φαν μόνοι τους και οι γυναίκες θα ρθουν μαζί μου”. Ο Κώστας ο συγκυβερνήτης του πλοίου σάστισε. “Πως μπορείς να το λες αυτό; Πρέπει να μείνουμε ενωμένοι σαν ομάδα…”. Ο Θωμάς αντιδρώντας ενστικτωδώς έβγαλε έξω από το παντελόνι του τα γεννητικά του όργανα και με μια πολεμική ιαχή άρχισε να τα κουνάει περήφανα. Το μήνυμα ήταν σαφές και οι άντρες αποχώρησαν με σκυμμένα τα κεφάλια…
Κεφάλαιο 2 – The God of Passion Island
Μερικές ημέρες μετά, ο Θωμάς και οι παλλακίδες του στήνουν έναν πρόχειρο καταυλισμό στο ένα άκρο της παραλίας. Οι γυναίκες μάζευαν πεσμένες μπανάνες και νερό με τα προφυλακτικά που τους είχε προμηθεύσει. Ήταν περιττά έτσι και αλλιώς γιατί δεν καταδεχόταν να τα φορέσει. Διψώντας για αίμα αποφασίζει να εξερευνήσει την γύρω περιοχή αναζητώντας κάποιο ζώο. Εκτός από εκπληκτικός ψαράς είχε και κυνηγετικές γνώσεις γιατί από μικρός παρακολουθούσε ανελλιπώς ταινίες δράσης. Ανάμεσα στα αγριόχορτα το αετίσιο μάτι του εντοπίζει μια ρίζα μανδραγόρα. Το μάτι του γυάλισε. “Το νησί μου ζητάει να ακούσω το μουρμουρητό του” σκέφτηκε. Με μια αστραπιαία κίνηση ξεριζώνει την ρίζα και την καταβροχθίζει με μανία. Συνεχίζοντας την εξερεύνηση του άρχισε να παρατηρεί πολύχρωμα φίδια και αποκρουστικά έντομα που άρχισαν να τον περιτριγυρίζουν. Ξαφνικά μπροστά του εμφανίστηκε ένας τρικέφαλος γορίλας. Κρατώντας σφιχτά τον αγαπημένο του σουγιά φωνάζει αγριεμένα: “Ποιος είσαι και τι ζητάς;”. ‘Είμαι το πνεύμα της γης του νησιού, είμαι η άμμος και η αλμύρα του νερού” απάντησε ο γορίλας με μια φωνή που ηχούσε σαν τον άνεμο, “έχω τρία κεφάλια μα η φύση μου είναι δυική…”, πριν προλάβει να ολοκληρώσει την σκέψη του το πνεύμα, ο Θωμάς με μια ανάποδη στριφογυριστή κλωτσιά το σωριάζει χάμω και το αρχίζει στις απανωτές δαγκωνιές. Λίγα λεπτά μετά δεν είχε μείνει ίχνος σάρκας γορίλα παρά μόνο ένας σπασμένος σκελετός. “Είμαι ο Θεός του νησιού, ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ” φώναξε εκστασιασμένος….
Κεφάλαιο 3 – Escape from Passion Island
Ξύπνησε με το στόμα του γεμάτο χώμα και το κεφάλι του να κουδουνίζει. Αποφάσισε να γυρίσει πίσω στον καταυλισμό. Οι γυναίκες θα είχαν ανησυχήσει σκέφτηκε και θα αποζητούσαν σεξουαλική ικανοποίηση. Φτάνοντας στην παραλία δεν είδε κανέναν. Περίεργο, σκέφτηκε. Κοιτώντας καλύτερα ανάμεσα στα εργαλεία ψαρέματος βλέπει ένα κομμάτι χαρτί. Πάνω του ήταν γραμμένο: “Ήρθαν διασωστικά πλοία στο νησί. Γυρίζουμε πίσω. Σου αφήσαμε μερικές μπανάνες και τα προφυλακτικά… Κώστας”.
[...] Το ναυάγιο [...]
[...] Το ναυάγιο February 2010 6 comments 4 [...]