Κάποτε ψάχνοντας και ξεκαθαρίζοντας τα παλιά αρχεία του προπάππου μου, βρήκα την ακόλουθη επιστολή. Ήταν γραμμένη στα Ολλανδικά, μια γλώσσα που δυστυχώς ακόμη δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με έκανε να την φυλάξω. Όπως αποδείχτηκε αργότερα, ευτυχώς είχα την σύνεση και κράτησα την επιστολή γιατί είχε έναν περίεργο ρομαντισμό. Η επιστολή έμεινε ξεχασμένη και σκονισμένη σε κάποια θήκη της βαλίτσας μου. Ταξίδεψα τον κόσμο μαζί της.
Μετά από πολλά χρόνια συνάντησα τον Aalbert-Johannes Naaktgeboren, έναν ναυτικό που βρισκόταν προσωρινά στο μικρό λιμάνι του Guayaquil στον Ισημερινό. Ήταν ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας με γκρίζα μαλλιά. Δεν είχε πολλές γνώσεις, αλλά ήταν μεγάλος πλακατζής. Του έδωσα την επιστολή που είχα βρει και μέσα σε λίγες μέρες την είχε μεταφράσει. Την μετάφραση του σας στην παραθέτω εδώ, αν και ποτέ δεν θα μάθω αν είναι πράγματι το νόημα της επιστολής ή μια ακόμη φάρσα του Aalbert.
Προς τον αγαπητό αναγνώστη αυτής της επιστολής,
Για να μπορείτε να διαβάζετε αυτήν την επιστολή, σημαίνει ότι δεχτήκατε και παραλάβατε τα γράμματα που σας έδωσε ένα μέλος του πληρώματος μας. Εκ μέρους μου και του πληρώματος μου σας ευχαριστούμε πολύ. Θα πρέπει να σας προειδοποιήσω όμως ότι με την αποδοχή της αλληλογραφίας μας, βρίσκεστε στο έλεος μιας πολύ άσχημης κατάρας ή ενός πολύ όμορφου δώρου. Αλλά για να με καταλάβετε καλύτερα, θα σας πω την Ιστορία μου.
Το όνομα μου είναι Captain Van der Decken, το μικρό όνομα μου το έχω πλέον ξεχάσει, αφού κανείς πλέον δεν με έχει φωνάξει έτσι εδώ και πάρα πολύ καιρό. Θυμάμαι ότι αγαπούσα την θάλασσα από τα παιδικά μου χρόνια. Με είχε μαγέψει από την πρώτη στιγμή. Όταν στο σχολείο με ρωτούσαν τι ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω, πάντα τους έλεγα “Καπετάνιος”. Που να ήξερα τότε ότι και αυτή θα ήταν η καταδίκη μου. Το περίεργο είναι ότι κανείς άλλος από την οικογένεια μου δεν είχε ασχοληθεί με την θάλασσα, οι γονείς μου ήταν ευγενείς και κατείχαν μεγάλες εκτάσεις γης τις οποίες αξιοποιούσαν. Αν ήμουν λίγο τεμπέλης θα μπορούσα να περάσω μια ολόκληρη ζωή από τα κέρδη της γης. Αντιθέτως ασχολήθηκα με πολλά βαρετά πράγματα στο σχολείο, στο γυμνάσιο ώστε να καταφέρω να περάσω στην Ναυτική Ακαδημία.
Στην Ναυτική Ακαδημία ήταν η πρώτη στιγμή στην ζωή μου που τα πράγματα ήταν ευχάριστα. Τα μαθήματα ήταν πολύ ενδιαφέροντα, οι καθηγητές μας μυστηριώδεις. Τα πρώτα ταξίδια ήταν μαγευτικά, ακόμη και αν ήμουν ο κατώτερος στην ιεραρχία. Πουθενά δεν ένιωθα πιο άνετα παρά όταν βρισκόμουν πάνω στο πλοίο. Κάθε φορά που βρισκόμασταν σε λιμάνι ανυπομονούσα για την επόμενη αναχώρηση. Όταν δεν είχα υπηρεσία, παρέμενα ξύπνιος και παρακολουθούσα τις εργασίες των υπολοίπων αξιωματικών του πλοίου ώστε να μαθαίνω πιο νωρίς την εργασία τους. Δεν πέρασαν παρά μόνο λίγα χρόνια που διάφορες κακουχίες και συγκυρίες κατάφεραν να με προάγουν στην θέση του Καπετάνιου. Η εταιρία μεταφοράς τσαγιού των Ανατολικών Ινδιών γρήγορα είδε τα προσόντα μου ως ναυτικός και μου ανέθεσε με πλήρη εμπιστοσύνη ένα πλοίο της. Το πλοίο που μου ανέθεσαν ήταν η μαγευτική “Caleuche”.
Έχοντας πλέον την δικαιοδοσία μου την εξουσία να επιλέγω διαδρομές και στάσεις, ανάλογα με τις περιστάσεις και τον καιρό. Σχεδόν σε κάθε ταξίδι που έκανα, παρά τις κακουχίες που συνέβαιναν το πλοίο μου ήταν το πρώτο που έφτανε στο λιμάνι του Λίβερπουλ με το πολύτιμο φορτίο του. Έτσι κατάφερνα να ορίζω τις διάφορες τιμές του προϊόντος και να δίνω τα κατάλληλα ποσοστά στους ναύτες μου. Η φήμη μου ως ο ταχύτερος και ο πιο καλοπληρωτής καπετάνιος δεν άργησε να έρθει. Όλοι οι πιθανοί ναύτες ήθελαν να ταξιδέψουν μαζί μου, γιατί ήξεραν ότι θα είναι γρηγορότερα σπίτια τους και με πιο φουσκωμένο πορτοφόλι σε σύγκριση με τους υπόλοιπους καπετάνιους. Φυσικά και εγώ διάλεγα με ιδιαίτερη προσοχή τα πληρώματα ώστε να καταφέρνω να φτάνω τόσο γρήγορα στον προορισμό μου. Ανάμεσα στα μεθυσμένα λόγια των ναυτών στα διάφορα ποτοπωλεία του κόσμου, αναφερόντουσαν για μένα με το παρατσούκλι “Ο Ιπτάμενος Ολλανδός”. Πρέπει να σας παραδεχτώ ότι μου άρεσε αυτό το παρατσούκλι.
Ήμουν από τους πιο τυχερούς ανθρώπους στον κόσμο. Όχι μόνο αγαπούσα την Θάλασσα, ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Μου άρεσε σε κάθε όψη της και κάθε πιθανή κατάσταση η οποία θα μπορούσε να είναι. Ως σωστός ερωτευμένος σεβόμουν την θάλασσα, κάθε υπόδειξη που μου έδινε, κάθε νύξη την έπαιρνα σοβαρά υπόψιν μου. Το πλοίο μου πήγαινε πάντοτε όπως το πρόσταζε η αγαπημένη μου. Η Θάλασσα με αντάμειβε σχεδόν πάντα με το να φτάνω εκεί που θέλω σε σχετικά γρήγορο χρονικό διάστημα. Όσο διάρκεσε ήταν μια καλή σχέση. Χρόνια πέρασαν, και η ένταση μεταξύ μου και της Θάλασσας καταλάγιασε. Υπήρχε μάλιστα μια περίοδος όπου ο ένας αδιαφορούσε για τον άλλον.
Μέχρι που συνάντησα την “Mafuane” (που το όνομα της σημαίνει Γη), στο ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά! Πρώτη μου φορά είχα ερωτευθεί έτσι μια γυναίκα. Με την “Mafuane” όλα πήγαιναν πολύ καλά, σε όλα συμφωνούσαμε. Σχεδόν σε όλα, η “Mafuane” δεν μπορούσε την Θάλασσα, φοβόταν να την πλησιάσει. Όσο και αν προσπάθησα να την πείσω να επιβιβαστεί στο πλοίο μου, ποτέ δεν τα κατάφερα. Ίσως και να έφταιγε το γεγονός ότι είχε χάσει τον Πατέρα και τον Αδερφό της από την Θάλασσα. Έτσι το έβαλα σκοπό σε κάθε ταξίδι μου να σταματάω στο ακρωτήριο της καλής ελπίδας για μερικές μέρες. Δεν ενδιαφερόμουν πια να φτάσω νωρίς στο Λίβερπουλ. Μάλιστα κατάφερα να πείσω την εταιρία των Ανατολικών Ινδιών, να φτιάξουμε ένα σταθμό ανεφοδιασμού στο ακρωτήρι της καλής ελπίδας.
Αλλά ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς ναυτικός τον σεβασμό που απαιτεί η Θάλασσα. Γιατί κανείς δεν πρέπει να νιώσει την ζήλια και τον θυμό της. Στο τελευταίο μου ταξίδι, είχα σχεδιάσει να κάνω πρόταση γάμου στην “Mafuane” όταν θα έφτανα στο ακρωτήριο. Αλλά η Θάλασσα είχε άλλα σχέδια για μένα. Μια καταιγίδα φανερώθηκε μπροστά μας προσπαθώντας να με εμποδίσει να φτάσω στον προορισμό μου. Όμως δεν μπορούσα να περιμένω, και σε μια στιγμή ανυπομονησίας και εγωισμού αποφάσισα να διασχίσω την ισχυρή καταιγίδα. Παλεύαμε με τις ώρες με τα πελώρια κύματα και με τον ψυχρό σαν θάνατο άνεμο. Όταν η κούραση μας είχε καταβάλει, το πολυαγαπημένο μου πλοίο βρέθηκε σε ξέρες, όπου και χτύπησε άσχημα. Βάζαμε νερά πολύ γρήγορα και αν εγκαταλείπαμε το σκάφος θα είχαμε βρεθεί σε σίγουρο θάνατο. Εκεί επικαλέστηκα την Θάλασσα και ορκίστηκα ότι θα ταξιδεύω συνεχώς και ακατάπαυστα για να φτάσω το ακρωτήρι ακόμη και αν φτάσει η μέρα της κρίσεως.
Υπάρχει ένα ρητό που λέει πως πρέπει να προσέχεις τι εύχεσαι γιατί μπορεί να πραγματοποιηθεί η ευχή σου. Έτσι ακριβώς έγινε με μένα και το πλήρωμα μου. Είμαστε καταραμένοι σε μια μοίρα χειρότερη από το θάνατο. Πρέπει να ταξιδεύουμε συνέχεια για αιώνες χωρίς να μπορούμε να πατήσουμε γη, μέχρι το τέλος του κόσμου. Ένα βασανιστήριο χειρότερο από του Σίσυφου. Ο μόνος τρόπος για να λυθεί η κατάρα αυτή, είναι να καταφέρουμε να ενημερώσουμε τις αγαπημένες μας για τα αισθήματα μας ώστε να μπορέσουν και αυτές να απελευθερωθούν μαζί μας. Εδώ είναι που σε χρειαζόμαστε τυχαίε παραλήπτη. Έχεις πλέον ενημερωθεί και δεθεί με αυτήν την κατάρα. Πρέπει να πας και να παραδώσεις τα γράμματα μου και του πληρώματος μου όπου και αν βρίσκονται οι αγαπημένες μας. Αν τα καταφέρεις η κατάρα θα αρθεί. Όμως πρέπει να προσέχεις την ζήλια της Θάλασσας όπου θα κάνει τα πάντα να σε σταματήσει, και αν το καταφέρει θα καταδικαστείς και εσύ να γίνεις ένα ακόμη μέλος του καταραμένου πληρώματος μας.
Ευχαριστούμε πολύ, Cpt. Van der Decken
Δεν ξέρω αν θα πρέπει να πιστέψω αυτήν την επιστολή, αλλά κάνοντας μια μικρή έρευνα παρατήρησα ότι έχει πολλά κοινά με το μύθο του Ιπτάμενου Ολλανδού. Οι φήμες λένε πως αν κάποιοι ναυτικοί δουν και παραλάβουν γράμματα από το πλοίο φάντασμα είναι καταδικασμένοι σε θάνατο. Γνωρίζοντας ότι ο προπάππους μου ήταν ναυτικός αλλά κάποια στιγμή τρελάθηκε και παράτησε τα πάντα για να γυρίσει τον κόσμο και ακόμη ότι ο μύθος του Ιπτάμενου Ολλανδού έχει πια ξεχαστεί, εγώ πιστεύω ότι ο προπάππους μου κατάφερε και έφερε εις πέρας την ιερή αποστολή που του ανατέθηκε.







[...] Μια επιστολή από τον Van der Decken [...]